διακορος

διακορος
    διάκορος
    διά-κορος
    2
    1) насыщенный
    

ἐπεὰν δ. ἥ γῆ γένηται πίνουσα τὸ ὕδωρ Her. — когда земля вдоволь напитается водой

    2) пресытившийся
    

διάκοροι ἀλλήλων Xen. — надоевшие друг другу


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "διακορος" в других словарях:

  • διάκορος — διάκορος, ον (Α) 1. ο διακορής 2. αρκετός 3. διάβροχος, καταμουσκεμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < διά + κόρος] …   Dictionary of Greek

  • διάκορος — satiated masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακόρως — διάκορος satiated adverbial διάκορος satiated masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάκορον — διάκορος satiated masc/fem acc sg διάκορος satiated neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακόρου — διάκορος satiated masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάκοροι — διάκορος satiated masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ZETA — quasi Diaeta, Plinius id indicat l. 2. Epist. 17. ubi cum aliquoties Diaetam memoret, monet Interpres ejus Joh. Catanaeus, alios libros Zetam habere, et sunt contractionis hujus exempla, praeter hymnum Eccl. apud alios permulta. Ita enim pro… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • πίνω — ΝΜΑ, αιολ. τ. πώνω Α 1. εισάγω στο στομάχι υγρό από το στόμα 2. (με ειδική σημ.) καταναλώνω κρασί ή άλλα οινοπνευματώδη ποτά (α. «αυτός πίνει πολύ» β. «οὕτω πίνοντας πρὸς ἡδονήν», Πλάτ.) 3. μτφ. απορροφώ, ρουφώ, τραβώ (α. «το φαΐ ήπιε όλο το… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»